↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υποβιβασμένος η υποβιβασμένη το υποβιβασμένο
      γενική του υποβιβασμένου της υποβιβασμένης του υποβιβασμένου
    αιτιατική τον υποβιβασμένο την υποβιβασμένη το υποβιβασμένο
     κλητική υποβιβασμένε υποβιβασμένη υποβιβασμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υποβιβασμένοι οι υποβιβασμένες τα υποβιβασμένα
      γενική των υποβιβασμένων των υποβιβασμένων των υποβιβασμένων
    αιτιατική τους υποβιβασμένους τις υποβιβασμένες τα υποβιβασμένα
     κλητική υποβιβασμένοι υποβιβασμένες υποβιβασμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
υποβιβασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου υποβιβάζω

υποβιβασμένος, -η, -ο

  Μεταφράσεις

επεξεργασία