Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τελωνειακός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τελωνειακός αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία