Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική τήρησις τηρήσει τηρήσεις
Γενική τηρήσεως τηρησέοιν τηρήσεων
Δοτική τηρήσει τηρησέοιν τηρήσεσι(ν)
Αιτιατική τήρησιν τηρήσει τηρήσεις
Κλητική τήρησι τηρήσει τηρήσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τήρησις < τηρέω + -σις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τήρησις θηλυκό

  1. τήρηση
  2. υπακοή
  3. διατήρηση
  4. επιτήρηση, φύλαξη
  5. επαγρύπνηση
  6. παρατήρηση

  ΠηγέςΕπεξεργασία