Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχοινοβάτης < σχοινί + -βάτης ( < βαίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σχοινοβάτης αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία