Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σφάντζικο τα σφάντζικα
      γενική του σφάντζικου των σφάντζικων
    αιτιατική το σφάντζικο τα σφάντζικα
     κλητική σφάντζικο σφάντζικα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σφάντζικο < (άμεσο δάνειο) γερμανική Zwanziger (εικοσάρι) < zwanzig (είκοσι)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsfan.d͡zi.ko/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σφάν‐τζι‐κο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σφάντζικο ουδέτερο

  • (νόμισμα παρωχημένο) εικοσάρι, αυστριακό νόμισμα των 20 που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα επί Καποδίστρια προς 95 χρυσά λεπτά [1]
    ※  Ὁ γέρων ἤνοιξε τὸ συρτάρι του, κ᾽ ἐζήτει ἂν θὰ εἶχεν ἀρκετὰ κέρματα διὰ νὰ δώσῃ τὰ ρέστα, ἀλλὰ δὲν εὕρισκε πλείονα τῶν ὀγδοήκοντα λεπτῶν εἰς δεκάρες, πεντάρες καὶ δίλεπτα. Ἐν τούτοις δὲν τοῦ ἐσυγχώρει ἡ συνείδησις νὰ δολιευθῇ τὸν πελάτην, καὶ εἶπε: «Σφάντζικο δὲν σᾶς βρίσκεται, κύριε;» «Δὲν ἔχω ἐγὼ μονέδα ἄλλη ἀπὸ Ἀγγλία καὶ Ἀμέρικα», εἶπεν ὁ ξένος. «Δὲν βγαίνουν τὰ ρέστα, κύριε. Πάρτε τὸ ἀσημένιο σας. Αὐτὸ θὰ πάῃ, πιστεύω, ὣς μιὰ καὶ τριανταπέντε, μιὰ καὶ σαράντα. Αὔριον μοῦ δίνετε εἴκοσι λεπτά.» «Κράτησε τὸ σίλλιν, δὲ θέλω ρέστα.» (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ο Αμερικάνος)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «σφάντζικα (η)» - Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία.