Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο συνοδηγός οι συνοδηγοί
      γενική του συνοδηγού των συνοδηγών
    αιτιατική τον συνοδηγό τους συνοδηγούς
     κλητική συνοδηγέ συνοδηγοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνοδηγός < συν- + οδηγός < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική co-driver [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /si.no.ðiˈɣos/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συνοδηγός αρσενικό ή θηλυκό

  1. (γενικότερα) επιβάτης οχήματος που αναλαμβάνει την οδήγηση εφόσον χρειαστεί, ο οποίος κατά κανόνα κάθεται στη διπλανή θέση από εκείνη του οδηγού
    • (κατ’ επέκταση) κάθε επιβάτης που κάθεται σε αυτήν τη θέση («του συνοδηγού»)
  2. (ειδικότερα) βοηθός οδηγού αυτοκινήτου αγώνων, που τον ενημερώνει για την πορεία και τον προειδοποιεί για ό,τι βρίσκεται μπροστά (στροφές, εμπόδια κ.λπ.)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

ΑναφορέςΕπεξεργασία