Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο στιγμένος η στιγμένη το στιγμένο
      γενική του στιγμένου της στιγμένης του στιγμένου
    αιτιατική τον στιγμένο τη στιγμένη το στιγμένο
     κλητική στιγμένε στιγμένη στιγμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι στιγμένοι οι στιγμένες τα στιγμένα
      γενική των στιγμένων των στιγμένων των στιγμένων
    αιτιατική τους στιγμένους τις στιγμένες τα στιγμένα
     κλητική στιγμένοι στιγμένες στιγμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  ΜετοχήΕπεξεργασία

στιγμένος

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στίζω

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία