Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σάβανο τα σάβανα
      γενική του σάβανου των σάβανων
    αιτιατική το σάβανο τα σάβανα
     κλητική σάβανο σάβανα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάβανο < ελληνιστική κοινή σάβανον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάβανο ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία