Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρόναος πρόναοι
γενική προνάου
& πρόναου
προνάων
& πρόναων
αιτιατική πρόναο προνάους
& πρόναους
κλητική πρόναε πρόναοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρόναος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρόναος αρσενικό

  1. ο πρόδρομος, χώρος εισόδου πριν την κυρίως αίθουσα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία