Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πρόναος οι πρόναοι
      γενική του προνάου
& πρόναου
των προνάων
& πρόναων
    αιτιατική τον πρόναο τους προνάους
& πρόναους
     κλητική πρόναε πρόναοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρόναος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρόναος αρσενικό

  • ο πρόδρομος, χώρος εισόδου πριν την κυρίως αίθουσα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία