Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προϊών < αρχαία ελληνική προϊών

  ΜετοχήΕπεξεργασία

προϊών, -ούσα, -όν

  1. κάτι που εξελίσσεται κλιμακωτά, βαθμιαία, σταδιακά ή προοδευτικά
    προϊόντος του χρόνου (καθώς περνά ο καιρός)
    προϊούσα σήψη
    συνέχισε να καπνίζει παρά την προϊούσα επιδείνωση του καρκίνου των πνευμόνων του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προϊών < μετοχή του ρήματος πρόειμι (προχωρώ μπροστά)

  ΜετοχήΕπεξεργασία

προϊών

  1. προϊών
    προϊόντος τοῦ χρόνου