Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο προσωποκεντρικός η προσωποκεντρική το προσωποκεντρικό
      γενική του προσωποκεντρικού της προσωποκεντρικής του προσωποκεντρικού
    αιτιατική τον προσωποκεντρικό την προσωποκεντρική το προσωποκεντρικό
     κλητική προσωποκεντρικέ προσωποκεντρική προσωποκεντρικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι προσωποκεντρικοί οι προσωποκεντρικές τα προσωποκεντρικά
      γενική των προσωποκεντρικών των προσωποκεντρικών των προσωποκεντρικών
    αιτιατική τους προσωποκεντρικούς τις προσωποκεντρικές τα προσωποκεντρικά
     κλητική προσωποκεντρικοί προσωποκεντρικές προσωποκεντρικά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσωποκεντρικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προσωποκεντρικός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία