Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η προκάτοχος οι προκάτοχοι
      γενική του/της
του
προκατόχου
προκάτοχου
των προκατόχων
    αιτιατική τον/την προκάτοχο τους/τις προκατόχους
     κλητική προκάτοχε προκάτοχοι
Ο δεύτερος τύπος της γενικής, μόνο για το αρσενικό.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προκάτοχος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προκάτοχος αρσενικό ή θηλυκό (θηλυκό και προκάτοχη)

  • αυτός που κατείχε τη θέση μου πριν από μένα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία