Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποτήριον < αρχαία ελληνική ποτήριον < πότος < πίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ποτήριον ουδέτερο

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • απελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο: ας μην υποχρεωθώ να κάνω κάτι που δεν θέλω ή κάτι δυσάρεστο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία