Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική πολυσυζητημένος πολυσυζητημένη πολυσυζητημένο
γενική πολυσυζητημένου πολυσυζητημένης πολυσυζητημένου
αιτιατική πολυσυζητημένο πολυσυζητημένη πολυσυζητημένο
κλητική πολυσυζητημένε πολυσυζητημένη πολυσυζητημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πολυσυζητημένοι πολυσυζητημένες πολυσυζητημένα
γενική πολυσυζητημένων πολυσυζητημένων πολυσυζητημένων
αιτιατική πολυσυζητημένους πολυσυζητημένες πολυσυζητημένα
κλητική πολυσυζητημένοι πολυσυζητημένες πολυσυζητημένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολυσυζητημένος < → λείπει η ετυμολογία

  ΜετοχήΕπεξεργασία

πολυσυζητημένος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία