Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική πεσών πεσοῦσα πεσόν πεσόντες πεσοῦσαι πεσόντα
Γενική πεσόντος πεσούσης πεσόντος πεσόντων πεσουσῶν πεσόντων
Δοτική πεσόντι πεσούσῃ πεσόντι πεσοῦσι(ν) πεσούσαις πεσοῦσι(ν)
Αιτιατική πεσόντα πεσοῦσαν πεσόν πεσόντας πεσούσας πεσόντα
Κλητική πεσών πεσοῦσα πεσόν πεσόντες πεσοῦσαι πεσόντα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική πεσόντε πεσούσα
Γενική-Δοτική πεσόντοιν πεσούσαιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεσών: μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος πίπτω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

πεσών πεσοῦσα, πεσόν

  • εκείνος που έπεσε (συνήθως μαχόμενος), ο νεκρός της μάχης