Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μαχόμενος μαχόμενη/
ομένη
μαχόμενο
γενική μαχόμενου/
ομένου
μαχόμενης/
ομένης
μαχόμενου/
ομένου
αιτιατική μαχόμενο μαχόμενη/
ομένη
μαχόμενο
κλητική μαχόμενε μαχόμενη/
ομένη
μαχόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μαχόμενοι μαχόμενες μαχόμενα
γενική μαχόμενων/
ομένων
μαχόμενων/
ομένων
μαχόμενων/
ομένων
αιτιατική μαχόμενους μαχόμενες μαχόμενα
κλητική μαχόμενοι μαχόμενες μαχόμενα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαχόμενος < μετοχή ενεστώτα του μάχομαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

μαχόμενος -η -ο

  1. ο αγωνιζόμενος, που μάχεται, που παλεύει
    Υπηρέτησε σεμνά την μαχομένη δημοσιογραφία/δικηγορία
  2. που του συμβαίνει κάτι ενώ δίνει μάχη
    Έπεσε μαχόμενος ο ΠΑΟΚ
    Το Ιβανώφειο γήπεδο φέρει το όνομα του Γεωργίου Ιβάνωφ, αθλητή του Ηρακλή (κολυμβητής), που έπεσε μαχόμενος κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία