Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πεπειραμένος η πεπειραμένη το πεπειραμένο
      γενική του πεπειραμένου της πεπειραμένης του πεπειραμένου
    αιτιατική τον πεπειραμένο την πεπειραμένη το πεπειραμένο
     κλητική πεπειραμένε πεπειραμένη πεπειραμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πεπειραμένοι οι πεπειραμένες τα πεπειραμένα
      γενική των πεπειραμένων των πεπειραμένων των πεπειραμένων
    αιτιατική τους πεπειραμένους τις πεπειραμένες τα πεπειραμένα
     κλητική πεπειραμένοι πεπειραμένες πεπειραμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεπειραμένος < αρχαία ελληνική πεπειραμένος, μετοχή παρακειμένου του πειράομαι - πειρῶμαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

πεπειραμένος, -η, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία