Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρένθετος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παρένθετος

  1. που παρεμβάλλεται, που μπαίνει κάπου ανάμεσα
  2. (γλωσσολογία) που βρίσκεται ανάμεσα σε παρενθέσεις
    Συνώνυμα παρενθετικός
  3. (ειδικότερα) (θηλυκό) που κυοφορεί βρέφος το οποίο προορίζεται για άλλο ζευγάρι ή που αναφέρεται σε αυτή τη διαδικασία
    παρένθετη μητρότητα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία