Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πάσο πάσα
γενική πάσου πάσων
αιτιατική πάσο πάσα
κλητική πάσο πάσα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάσο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πάσο ουδέτερο

  1. χαμηλό χώρισμα ανάμεσα σε δύο εσωτερικούς χώρους, που παρέχει τη δυνατότητα να μεταφέρονται αντικείμενα πάνω από αυτό και συνήθως τέτοιας κατασκευής που να μπορούν να τοποθετούνται επάνω του αντικείμενα
  2. το έντυπο που δίνει τη δυνατότητα στον κάτοχο να μετακινείται ελεύθερα ή χωρίς πληρωμή
    Συνώνυμα ελευθέρας
  3. το βήμα, ο βηματισμός
    • το περπάτημα
    • η απόσταση ανάμεσα σε δύο συνεχόμενες σπείρες σε βίδα, ντίζα κλπ

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • με το πάσο μου: με τον δικό μου αργό ρυθμό
    ενώ έβλεπε το αυτοκίνητο που ερχότανε αυτός πήγαινε, στη μέση του δρόμου, με το πάσο του
    εμείς είχαμε γίνει μουσκίδι από τη βροχή κι αυτοί έστηναν τη σκηνή με το πάσο τους
  • πάω πάσο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία