Arrows blue.png Δείτε επίσης: ικέτης

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική οἰκέτης οἰκέτα οἰκέται
Γενική οἰκέτου οἰκέταιν {{{2}}}ῶν
Δοτική οἰκέτ οἰκέταιν οἰκέταις
Αιτιατική οἰκέτην οἰκέτα οἰκέτας
Κλητική οἰκέτα οἰκέτα οἰκέται

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οἰκέτης < αρχαία ελληνική οἶκος+ κατάληξη -της

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

οἰκέτης διγενές και δικατάληκτο θηλυκό οἰκέτις-ιδος

  1. ο δούλος της οικίας
  2. υπηρέτης
  3. πληθ. οικέται→ όλη η οικογένεια, τα γυναικόπαιδα

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία