Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο οπτός η οπτή το οπτό
      γενική του οπτού της οπτής του οπτού
    αιτιατική τον οπτό την οπτή το οπτό
     κλητική οπτέ οπτή οπτό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι οπτοί οι οπτές τα οπτά
      γενική των οπτών των οπτών των οπτών
    αιτιατική τους οπτούς τις οπτές τα οπτά
     κλητική οπτοί οπτές οπτά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οπτός < αρχαία ελληνική ὀπτός < ἕψω (βράζω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

οπτός

  1. ψημένος
  2. οπτή γη: η τερακότα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία