Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ομοιόσταση οι ομοιοστάσεις
      γενική της ομοιόστασης
& ομοιοστάσεως
των ομοιοστάσεων
    αιτιατική την ομοιόσταση τις ομοιοστάσεις
     κλητική ομοιόσταση ομοιοστάσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ομοιόσταση < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική homeostasis < αρχαία ελληνική ὅμοιος + ἵστημι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ομοιόσταση θηλυκό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία