Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η οκτάβα οι οκτάβες
      γενική της οκτάβας
    αιτιατική την οκτάβα τις οκτάβες
     κλητική οκτάβα οκτάβες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οκτάβα < γαλλική octave < ιταλική ottava [1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οκτάβα θηλυκό και οχτάβα

  1. (μουσική) διάστημα οχτώ βαθμών της διατονικής κλίμακας
  2. απόσταση δύο ήχων που ο ένας έχει διπλάσια συχνότητα από τον άλλο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία