Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ξεφλουδισμένος η ξεφλουδισμένη το ξεφλουδισμένο
      γενική του ξεφλουδισμένου της ξεφλουδισμένης του ξεφλουδισμένου
    αιτιατική τον ξεφλουδισμένο την ξεφλουδισμένη το ξεφλουδισμένο
     κλητική ξεφλουδισμένε ξεφλουδισμένη ξεφλουδισμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ξεφλουδισμένοι οι ξεφλουδισμένες τα ξεφλουδισμένα
      γενική των ξεφλουδισμένων των ξεφλουδισμένων των ξεφλουδισμένων
    αιτιατική τους ξεφλουδισμένους τις ξεφλουδισμένες τα ξεφλουδισμένα
     κλητική ξεφλουδισμένοι ξεφλουδισμένες ξεφλουδισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεφλουδισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεφλουδίζω, ξεφλουδίζομαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

ξεφλουδισμένος, -η, -ο

  1. που έχει καθαριστεί η φλούδα του (συνήθως για φρούτα)
  2. που έχει φθαρεί η επίστρωσή του (π.χ. ο τοίχος)
  3. που έχει φθαρεί μια στοιβάδα του δέρματος (ο άνθρωπος που έχει εκτεθεί πολλή ώρα στον ήλιο)
  4. δείτε τη λέξη ξεφλουδίζω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία