Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ξέχειλος η ξέχειλη το ξέχειλο
      γενική του ξέχειλου της ξέχειλης του ξέχειλου
    αιτιατική τον ξέχειλο την ξέχειλη το ξέχειλο
     κλητική ξέχειλε ξέχειλη ξέχειλο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ξέχειλοι οι ξέχειλες τα ξέχειλα
      γενική των ξέχειλων των ξέχειλων των ξέχειλων
    αιτιατική τους ξέχειλους τις ξέχειλες τα ξέχειλα
     κλητική ξέχειλοι ξέχειλες ξέχειλα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξέχειλος < ξεχειλίζω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ξέχειλος

  1. (για σκεύος) που το υγρό μέσα του, έχει φτάσει και έχει ξεπεράσει τα χείλη του
    ...και θωρώντας αφτό ο Δυσέας, ξέχειλο γιομίζει το ποτήρι με το κρασί, και χαιρετάει το θεϊκό Αχιλέα
  2. γενικά για επιφάνειες που πλημμυρίζουν από κάτι
    Κι' ο κάμπος ξέχειλος στρατό χαλκολαμποκοπούσε (Ιλιάδα, Υ, 156, απόδοση Αλέξανδρος Πάλλης)
    ... και το χλωμό πρόσωπο της μαυροφόρας χήρας στη μέση, με τα ζαρωμένα μουτράκια των γριών παραπέρα, όλη αυτή η δυστυχισμένη φαμελιά, τριγύριζε τον καμπουριασμένο και ξερακιανό χωριάτη, και τον έπνιγε με φωνές, με ξεφωνητά, με άδολη και ξέχειλη χαρά.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία