Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεχειλίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξεχειλίζω < ξέχειλος + -ίζω[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kse.çiˈli.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ξε‐χει‐λί‐ζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξεχειλίζω, πρτ.: ξεχείλιζα, στ.μέλλ.: θα ξεχειλίσω, αόρ.: ξεχείλισα, μτχ.π.π.: ξεχειλισμένος

  1. για υγρό που υπερβαίνει το στόμιο του δοχείου και τείνει να χυθεί προς τα έξω
  2. για δοχείο που είναι υπερπλήρες από κάποιο υγρό
  3. (μεταβατικό) γεμίζω μέχρι επάνω ένα δοχείο, ώστε το υγρό να αρχίσει να χύνεται
    ※  Έστριψε το μουστάκι του, ξεχείλισε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, το 'πιε μονορούφι. (Νίκος Καζαντζάκης Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946) [μυθιστόρημα])
  4. (μεταφορικά) για κάποιον ή κάτι που είναι υπερπλήρης από ένα συναίσθημα, διάθεση, χάρισμα κ.λπ


ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία