Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική νεοτοποθετηθείς νεοτοποθετηθείσα νεοτοποθετηθέν
γενική νεοτοποθετηθέντος νεοτοποθετηθείσας
νεοτοποθετηθείσης
νεοτοποθετηθέντος
αιτιατική νεοτοποθετηθέντα νεοτοποθετηθείσα νεοτοποθετηθέν
κλητική νεοτοποθετηθείς νεοτοποθετηθείσα νεοτοποθετηθέν
πτώση πληθυντικός
ονομαστική νεοτοποθετηθέντες νεοτοποθετηθείσες νεοτοποθετηθέντα
γενική νεοτοποθετηθέντων νεοτοποθετηθεισών νεοτοποθετηθέντων
αιτιατική νεοτοποθετηθέντες νεοτοποθετηθείσες νεοτοποθετηθέντα
κλητική νεοτοποθετηθέντες νεοτοποθετηθείσες νεοτοποθετηθέντα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νεοτοποθετηθείς < νεο- + τοποθετηθείς (μετοχή παθητικού αορίστου)

  ΜετοχήΕπεξεργασία

νεοτοποθετηθείς, -είσα, -έν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία