Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μπλεγμένος η μπλεγμένη το μπλεγμένο
      γενική του μπλεγμένου της μπλεγμένης του μπλεγμένου
    αιτιατική τον μπλεγμένο την μπλεγμένη το μπλεγμένο
     κλητική μπλεγμένε μπλεγμένη μπλεγμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μπλεγμένοι οι μπλεγμένες τα μπλεγμένα
      γενική των μπλεγμένων των μπλεγμένων των μπλεγμένων
    αιτιατική τους μπλεγμένους τις μπλεγμένες τα μπλεγμένα
     κλητική μπλεγμένοι μπλεγμένες μπλεγμένα
όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπλεγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μπλέκω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

μπλεγμένος, -η, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία