Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μπελαντόνα οι μπελαντόνες
      γενική της μπελαντόνας
    αιτιατική την μπελαντόνα τις μπελαντόνες
     κλητική μπελαντόνα μπελαντόνες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπελαντόνα < από τα ιταλ. «bella donna» (ωραία κυρία)
 
Η ονομασία του φυτού προήλθε από το γεγονός ότι οι γυναίκες στη ρωμαϊκή εποχή χρησιμοποιούσαν το χυμό του καρπού για να διασταλούν οι κόρες των ματιών τους λόγω της ατροπίνης, ώστε να φαίνονται πιο γοητευτικές

  ΠροφοράΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπελαντόνα θηλυκό

φυτολ. το φυτό ἄτροπος η δελεαστική και κατ΄ επέκταση το καταπραϋντικό φάρμακο που παράγεται από αυτή.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία