Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Μουσουλμάνος οι Μουσουλμάνοι
      γενική του Μουσουλμάνου των Μουσουλμάνων
    αιτιατική τον Μουσουλμάνο τους Μουσουλμάνους
     κλητική Μουσουλμάνε Μουσουλμάνοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Μουσουλμάνος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Μουσουλμάνος αρσενικό

  1. (θρησκεία) ο πιστός του ισλάμ


ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  • μωαμεθανός (η χρήση αυτού του όρου δεν είναι αποδεκτή από τους πιστούς του Ισλάμ)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία