Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μικρογράμματος < μικρός + γράμμα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μικρογράμματος, -η, -ο

  1. που είναι γραμμένος με μικρά (πεζά) γράμματα, σε αντίθεση με την αρχαία μεγαλογράμματη (κεφαλαιογράμματη) γραφή
    μικρογράμματος κώδικας, μικρογράμματη γραφή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία