Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μηνίσκος οι μηνίσκοι
      γενική του μηνίσκου των μηνίσκων
    αιτιατική τον μηνίσκο τους μηνίσκους
     κλητική μηνίσκε μηνίσκοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μηνίσκος < αρχαία ελληνική μηνίσκος < υποκοριστικό του Μήνη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
μηνίσκος (σχήμα)

μηνίσκος αρσενικό

  1. το σχήμα του μισοφέγγαρου
  2. χόνδρος σε σχήμα μηνίσκου που βρίσκεται μεταξύ των δύο οστών μιας άρθρωσης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία