Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαστίχα οι μαστίχες
      γενική της μαστίχας των μαστιχών
    αιτιατική τη μαστίχα τις μαστίχες
     κλητική μαστίχα μαστίχες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαστίχα < ελληνιστική κοινή μαστίχη
 
μαστίχα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαστίχα θηλυκό (πληθυντικός μαστίχες)

  1. αρωματική φυσική ρητίνη που εξάγεται από το μαστιχόδεντρο (Pistacia lentiscus var. Chia)
    Η μαστίχα βρίσκει πολλές χρήσεις. Η πιο ευρεία από αυτές είναι ως τσίχλα ή άρωμα για τη ζαχαροπλαστική, ενώ γνωστό είναι και το λικέρ μαστίχας.
  2. τσίκλα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία