Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάλαξη μαλάξεις
γενική μάλαξης
& μαλάξεως
μαλάξεων
αιτιατική μάλαξη μαλάξεις
κλητική μάλαξη μαλάξεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάλαξη < καθαρεύουσα μάλαξις < ελληνιστική κοινή μάλαξις < μαλάσσω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάλαξη θηλυκό

  1. μασάζ, απαλή πίεση σαν ήπιο ζύμωμα στο μυικό σύστημα
    Ο γιατρός μου σύστησε μαλάξεις με ένα καλό φυσιοθεραπευτή
  2. οι ειδικές πιέσεις που ασκούνται στο θώρακα σε συνδυασμό συνήθως με τεχνητή αναπνοή στην παροχή πρώτων βοηθειών σε επεισόδιο καρδιακής ανακοπής αλλά και οι μαλάξεις καρδιοχειρουργών απ' ευθείας στον καρδιακό μυ, σε ανοιχτό θώρακα
    Δεν ξέρω να κάνω καρδιακές μαλάξεις -φωνάξτε γιατρό!

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία