Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιθάνθρακας < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λιθάνθρακας

  1. ιζηματογενές πέτρωμα, είδος γαιάνθρακα, που περιέχει περίπου 50%, κατά βάρος, άνθρακα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία