Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λιθάνθρακας οι λιθάνθρακες
      γενική του λιθάνθρακα των λιθανθράκων
    αιτιατική τον λιθάνθρακα τους λιθάνθρακες
     κλητική λιθάνθρακα λιθάνθρακες
Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιθάνθρακας < λίθος + άνθρακας ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Steinkohle[1])

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λιθάνθρακας αρσενικό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία