Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιθανθρακοφόρος < λιθάνθρακας + -φόρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λιθανθρακοφόρος

  1. (για περιοχή, υπέδαφος κλπ.) που έχει λιθάνθρακα τουλάχιστον σε κάποιες ικανοποιητικές ποσότητες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία