Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική λιβάς λιβάδε λιβάδες
Γενική λιβάδος λιβάδοιν λιβάδων
Δοτική λιβάδι λιβάδοιν λιβάσι(ν)
Αιτιατική λιβάδα λιβάδε λιβάδας
Κλητική λιβάς λιβάδε λιβάδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιβάς < λείβω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λιβάς θηλυκό

  1. ό,τι πέφτει σταγόνα σταγόνα, ό,τι στάζει ή σταλάζει
  2. πηγή
  3. ρυάκι
  4. (πληθυντικός) λιβάδες: τα νερά της βροχής, τα όμβρια ύδατα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία