Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική λιβάδιον λιβαδίω λιβάδια
Γενική λιβαδίου λιβαδίοιν λιβαδίων
Δοτική λιβαδί λιβαδίοιν λιβαδίοις
Αιτιατική λιβάδιον λιβαδίω λιβάδια
Κλητική λιβάδιον λιβαδίω λιβάδια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιβάδιον < λιβάς + υποκοριστικό επίθημα -άδιον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λιβάδιον ουδέτερο (ελληνιστική κοινή)

  1. μικρή πηγή
  2. μικρό ρυάκι
  3. (συνεκδοχικά) τόπος με νερά
  4. (συνεκδοχικά) λιβάδι
     συνώνυμα: λειμών
  5. είδος βοτάνου
     συνώνυμα: Κενταύριον το μικρόν, (λατινικά) Centaureum parvum

  ΠηγέςΕπεξεργασία