Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λεϊσμανίαση οι λεϊσμανιάσεις
      γενική της λεϊσμανίασης
& λεϊσμανιάσεως
των λεϊσμανιάσεων
    αιτιατική τη λεϊσμανίαση τις λεϊσμανιάσεις
     κλητική λεϊσμανίαση λεϊσμανιάσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Δερματική λεϊσμανίαση σε χέρι ενήλικα.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λεϊσμανίαση < (καθαρεύουσα) λεϊσμανίασις < (λόγιο δάνειο) αγγλική leishmaniasis < leishmania < όνομα του William Boog Leishman (Λέισμαν)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λεϊσμανίαση θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία