Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κροατικός η κροατική το κροατικό
      γενική του κροατικού της κροατικής του κροατικού
    αιτιατική τον κροατικό την κροατική το κροατικό
     κλητική κροατικέ κροατική κροατικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κροατικοί οι κροατικές τα κροατικά
      γενική των κροατικών των κροατικών των κροατικών
    αιτιατική τους κροατικούς τις κροατικές τα κροατικά
     κλητική κροατικοί κροατικές κροατικά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κροατικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κροατικός


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία