Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κριθάλευρο τα κριθάλευρα
      γενική του κριθαλεύρου των κριθαλεύρων
    αιτιατική το κριθάλευρο τα κριθάλευρα
     κλητική κριθάλευρο κριθάλευρα
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κριθάλευρο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κριθάλευρο ουδέτερο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία