Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κρεμαστάρι τα κρεμαστάρια
      γενική του κρεμασταριού των κρεμασταριών
    αιτιατική το κρεμαστάρι τα κρεμαστάρια
     κλητική κρεμαστάρι κρεμαστάρια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρεμαστάρι < κρέμομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κρεμαστάρι ουδέτερο

  1. κάθε τι που κρέμεται
  2. (ειδικότερα) (παρωχημένο) φρούτο κρεμασμένο για να ωριμάσει ή για να συντηρηθεί
  3. (γενικότερα) σχεδόν οποιοδήποτε αντικείμενο χρησιμοποιείται για να κρεμάσουμε κάτι
  4. (μεταφορικά, συνήθως στον πληθυντικό, σκωπτικά ή μειωτικά) όταν αναφερόμαστε σε πεσμένο γυναικείο στήθος

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΠαροιμίεςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία