Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κορυφολόγος οι κορυφολόγοι
      γενική του κορυφολόγου των κορυφολόγων
    αιτιατική τον κορυφολόγο τους κορυφολόγους
     κλητική κορυφολόγε κορυφολόγοι
όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κορυφολόγος < κορυφ(ή) + -ο- + -λόγος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κορυφολόγος αρσενικό

  • μηχάνημα το οποίο διαχωρίζει με χρήση φυγόκεντρου δύναμης (φυγοκέντριση) το γάλα σε άπαχο και κρέμα, τη λεγόμενη «κορυφή» (αφρόγαλα κ.λπ.)
    ※  Αφρόγαλα ή ανθόγαλα ή καϊμάκι ή κορυφή ή κρέμα γάλατος χαρακτηρίζεται η ύλη που λαμβάνεται από την επεξεργασία του νωπού γάλατος με ειδικό όργανο, τον κορυφολόγο
    Νικόλαος Ανδρικόπουλος, Τροφογνωσία. Αθήνα: Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, 2015, pdf kallipos.gr σ. 297 πρόσβαση: 2020-07-26.
    ※  Εκθέσαμε κάποια μηχανήματα όπως τον κορυφολόγο, ή αλλιώς στην καθομιλουμένη, το διαχωριστή και τον παγοθραύστη
    Πέγκυ Tζάνε. συνέντευξη του Γιώργου Βάρσου, του ζαχαροπλαστείου «Βάρσος», ιστότοπος Anthens Stories [stories.mysecretathens.gr] (22 Απριλίου, 2019)· πρόσβαση: 2020-07-26.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία