Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φυγοκέντριση οι φυγοκεντρίσεις
      γενική της φυγοκέντρισης
& φυγοκεντρίσεως
των φυγοκεντρίσεων
    αιτιατική τη φυγοκέντριση τις φυγοκεντρίσεις
     κλητική φυγοκέντριση φυγοκεντρίσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυγοκέντριση < φυγόκεντρος + -ιση ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική centrifugation)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φυγοκέντριση θηλυκό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία