Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κοπτικός η κοπτική το κοπτικό
      γενική του κοπτικού της κοπτικής του κοπτικού
    αιτιατική τον κοπτικό την κοπτική το κοπτικό
     κλητική κοπτικέ κοπτική κοπτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κοπτικοί οι κοπτικές τα κοπτικά
      γενική των κοπτικών των κοπτικών των κοπτικών
    αιτιατική τους κοπτικούς τις κοπτικές τα κοπτικά
     κλητική κοπτικοί κοπτικές κοπτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοπτικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κοπτικός

  1. σχετικός με την κοπή ή τον κόφτη
    πωλούνται κοπτικά μηχανήματα για βιβλιοδετεία και τυπογραφεία
  2. που αναφέρεται στους Κόπτες

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία