κλωστοϋφαντουργικός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κλωστοϋφαντουργικός κλωστοϋφαντουργική κλωστοϋφαντουργικό
γενική κλωστοϋφαντουργικού κλωστοϋφαντουργικής κλωστοϋφαντουργικού
αιτιατική κλωστοϋφαντουργικό κλωστοϋφαντουργική κλωστοϋφαντουργικό
κλητική κλωστοϋφαντουργικέ κλωστοϋφαντουργική κλωστοϋφαντουργικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κλωστοϋφαντουργικοί κλωστοϋφαντουργικές κλωστοϋφαντουργικά
γενική κλωστοϋφαντουργικών κλωστοϋφαντουργικών κλωστοϋφαντουργικών
αιτιατική κλωστοϋφαντουργικούς κλωστοϋφαντουργικές κλωστοϋφαντουργικά
κλητική κλωστοϋφαντουργικοί κλωστοϋφαντουργικές κλωστοϋφαντουργικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλωστοϋφαντουργικός < κλωστοϋφαντουργός / κλωστοϋφαντουργία + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κλωστοϋφαντουργικός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία