Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κλειδαρότρυπα οι κλειδαρότρυπες
      γενική της κλειδαρότρυπας
    αιτιατική την κλειδαρότρυπα τις κλειδαρότρυπες
     κλητική κλειδαρότρυπα κλειδαρότρυπες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλειδαρότρυπα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κλειδαρότρυπα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία