Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Schlüsselloch < Schlüssel + Loch

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Schlüsselloch (de) ουδέτερο

  1. κλειδαρότρυπα