Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κεφαλοχώρι κεφαλοχώρια
γενική κεφαλοχωριού κεφαλοχωριών
αιτιατική κεφαλοχώρι κεφαλοχώρια
κλητική κεφαλοχώρι κεφαλοχώρια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κεφαλοχώρι < κεφαλικός + χωριό (κατά την τουρκοκρατία, το χωριό που πλήρωνε κεφαλικό φόρο, προκειμένου να παραμένει αυτόνομη η περιοχή)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κεφαλοχώρι ουδέτερο

  1. χωριό που παίζει μεγάλο ρόλο στην οικονομία και τη διοίκηση μιας περιοχής και συνήθως είναι πιο πλούσιο από τα τριγύρω χωριά, αν υπάρχουν

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία