Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κερασιά οι κερασιές
      γενική της κερασιάς των κερασιών
    αιτιατική την κερασιά τις κερασιές
     κλητική κερασιά κερασιές
Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
άνθη της κερασιάς

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κερασιά < μεσαιωνική ελληνική κερασιά ή κερασά < ελληνιστική κοινή κερασία < αρχαία ελληνική κέρασ(ος) + -ία[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κερασιά θηλυκό

  • (βοτανική) φυλλοβόλο δέντρο, (ταξινομικό είδος Prunus avium), με ελλειψοειδή οδοντωτά φύλλα και λευκά άνθη, και που καλλιεργείται τόσο για το ξύλο όσο και για τους μικρούς στρογγυλούς κόκκινους καρπούς, τα κεράσια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία